Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Θα μας πάρουν και τα "σώβρακα" για την αποπληρωμή του "χρέους" που κατήγγειλαν!


Η «περήφανη» επιλογή του εσωτερικού δανεισμού.

Του Γρηγόρη Λιονή*

Τις τελευταίες ημέρες, η κυβέρνηση προχωρά σε μια «γενικευμένη επιστράτευση» κεφαλαίων από ολόκληρο το «δημόσιο τομέα», προκειμένου να καλύψει τις δανειακές υποχρεώσεις του κράτος για το επόμενο διάστημα. Χρήματα από διάφορους φορείς του Δημοσίου συγκεντρώνονται στην Τράπεζα της Ελλάδας με Προεδρικά Διατάγματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ζητούν από τις διοικήσεις φορέων να μεταφέρουν τα χρήματά τους. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης προσπαθούν να εμφανίσουν αυτές τις μετακινήσεις ως «εθνικό καθήκον», γιατί έτσι στηρίζεται η κυβέρνηση απέναντι στη διαπραγμάτευση με την ΕΕ.

Το «χρηματοδοτικό κενό» του επόμενου διαστήματος

Για το επόμενο τρίμηνο, το ελληνικό κράτος χρωστά, αθροιστικά στο ΔΝΤ, στην ΕΚΤ και σε άλλους επενδυτές, περίπου 4,3 δισ. ευρώ, τα οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεσμεύτηκε, με πρόσφατη συμφωνία που υπέγραψε με την ΕΕ, πως θα αποπληρώσει στο ακέραιο. Μέσα σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα ομόλογα που δεν κουρεύτηκαν κατά τη διάρκεια του PSI, προχωρώντας μάλιστα σε μια πρώτη πληρωμή τέτοιου τύπου στις 3 Μάρτη. Επειδή «αρχή άνδρα δείκνυσι», θυμίζουμε πως προεκλογικά ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κατήγγειλαν με πάθος αυτούς τους επενδυτές ως «διεθνείς τοκογλύφους» και «vulture funds - επενδυτές αρπακτικά»...

Συγχρόνως, το επόμενο διάστημα λήγουν μια σειρά από έντοκα γραμμάτια που επίσης πρέπει να αποπληρώσει και οι εγχώριες τράπεζες δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια για να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στις νέες εκδόσεις εντόκων γραμματίων, αύξηση που είναι απαραίτητη λόγω της μη συμμετοχής αλλοδαπών επενδυτών. ΕΕ και ΕΚΤ, απ' τις οποίες εξαρτάται η χρηματοδότηση των εγχώριων τραπεζών, έχουν ρητά απαγορεύσει την αγορά πρόσθετων εντόκων γραμμάτιων.

Και το περιβόητο «χρηματοδοτικό κενό» του ελληνικού Δημοσίου είναι «πού θα βρεθούν αυτά τα πρόσθετα κεφάλαια που έχει ανάγκη το ελληνικό Δημόσιο για να αποπληρώσει τους δανειστές του».

Στο λαό για μια ακόμα φορά τα βάρη της κρίσης


Η κομψή φράση «κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού» συγκαλύπτει τόσο το ποιος το πληρώνει, όσο και την πραγματική του ουσία. Συγκαλύπτει πως στον καπιταλισμό τα δημοσιονομικά μέτρα φορτώνουν νέα βάρη στα λαϊκά στρώματα, πως αποτελούν εργαλείο αναδιανομής υπέρ των ομίλων. Συγκαλύπτει δηλαδή πως τα μέτρα της κυβέρνησης για να «καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό» θα ξεζουμίσουν τα λαϊκά στρώματα, αφήνοντας στο απυρόβλητο το μεγάλο κεφάλαιο. Συγκαλύπτει, επίσης, πως το δημόσιο χρέος, απ' το οποίο προέρχεται το «κενό», είναι χρέος των μονοπωλίων και της κυβέρνησής τους, ο λαός ούτε ευθύνεται, ούτε ωφελήθηκε απ' αυτό, αλλά επιχειρούν να του το φορτώσουν με διάφορους τρόπους.

Πρώτος βασικός άξονας «κάλυψης του κενού» είναι η μείωση των υποχρεώσεων της κυβέρνησης προς το εσωτερικό της χώρας (κρατικές δαπάνες, επιστροφές, μισθοδοσίες κλπ.), που μπορεί να πάρει τη μορφή καθυστέρησης πληρωμών, ίσως ακόμα και μισθοδοσίας.

Δεύτερος βασικός άξονας είναι η αύξηση των εσόδων, βασικά των φόρων που πληρώνουν τα λαϊκά στρώματα, αφού η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί πως δε θα θίξει το μεγάλο κεφάλαιο. Οι διάφορες φορολογικές ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, από τιςληξιπρόθεσμες οφειλές, τις συνεχείς παραινέσεις για πληρωμή των φόρων ως «πατριωτικό καθήκον» και η νέα σχεδιαζόμενη φοροεπιδρομή ενάντια στο λαό, έχουν αυτόν το χαρακτήρα. Στις λύσεις που εξετάζονται για την αύξηση των εσόδων είναι και η«τιτλοποίηση τμήματος των μελλοντικών κρατικών εσόδων», με την οποία η κυβέρνηση προκαταβάλλει πως θα αυξήσει τους φόρους το επόμενο διάστημα.

Ο βασικός μηχανισμός, ωστόσο, με τον οποίο επιχειρείται η αντιμετώπιση του χρηματοδοτικού κενού είναι ο περιβόητος εσωτερικός δανεισμός. Ο εσωτερικός δανεισμός στον οποίο προχωρά η κυβέρνηση σήμερα συνίσταται -προς το παρόν- στη συγκέντρωση χρημάτων από διάφορους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα στην ΤτΕ και χρήση τους για την αποπληρωμή των πιστωτών.

Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει χρήματα από διάφορες πηγές. Με τον τρόπο αυτό έχουν ήδη συγκεντρωθεί κεφάλαια απ' τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τον οργανισμό που διαχειρίζεται τις επιδοτήσεις των αγροτών, χρήματα που είχαν συγκεντρώσει διάφοροι φορείς του Δημοσίου, ενώ η μεγάλη συζήτηση που λαμβάνει χώρα αυτό το διάστημα αφορά τα ταμειακά διαθέσιμα των ασφαλιστικών φορέων, ενώ και τα χρήματα που προορίζονται για την Τοπική Διοίκηση βρίσκονται στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Το Δημόσιο φυσικά δεν προβαίνει σε κατάσχεση των χρημάτων. Όπως υποστηρίζει, επιθυμεί να δανειστεί τα χρήματα απ' τους φορείς του και μάλιστα με υψηλότερο επιτόκιο απ' αυτό που δίνουν οι τράπεζες στις οποίες φυλάνε τα χρήματα αυτά οι φορείς.

Μάλιστα, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι στις διοικήσεις των φορέων εμφανίζουν αυτόν το δανεισμό ως πατριωτικό καθήκον, αφού έτσι ισχυροποιείται η κυβέρνηση και μπορεί να διαπραγματευτεί καλύτερα, ενώ δε βγαίνουν ζημιωμένα ούτε τα ταμεία, αφού τα επιτόκια είναι υψηλότερα. Αυτό φυσικά είναι το τυράκι...

Η «φάκα» του εσωτερικού δανεισμού

Τα χρήματα αυτά που θέλει να συγκεντρώσει το Δημόσιο δε βρίσκονται σε ένα ντουλάπι... Είναι τα ελάχιστα χρήματα που έχουν απομείνει να δώσουν οι προαναφερθέντες φορείς στα λαϊκά στρώματα. Τα χρήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι οι επιδοτήσεις για τους αγρότες, τα ταμειακά διαθέσιμα των ταμείων είναι τα χρήματα για να πληρωθούν οι συντάξεις των επόμενων μηνών, τα αποθεματικά των δήμων είναι οι μισθοί των δημοτικών υπαλλήλων, σε καθαριότητα, παιδικούς σταθμούς κλπ. Τα διαθέσιμα των νοσοκομείων είναι για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, για να αγοραστούν φάρμακα και υλικό.

Η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά ζητά από τα λαϊκά στρώματα να δανείσουν όλα αυτά τα χρήματα, προκειμένου να αποπληρώσει τώρα τους δανειστές, για να είναι ισχυρή στη διαπραγμάτευση.

Αλλά δεν υπάρχει κανενός είδους εξασφάλιση πως αυτά τα χρήματα θα τα πάρουν πίσω οι εργαζόμενοι.

Το τεράστιο κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων κατά τη διαδικασία του PSI έχει αφήσει βαθιές πληγές στα ασφαλιστικά ταμεία. Μάλιστα, κατά τη διάρκειά του φαίνεται πως κουρεύτηκαν και ορισμένα ταμειακά διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων χωρίς να βρίσκονται υπό τη μορφή ομολόγων, αποδεικνύοντας πως τα κεφάλαια που δανείζονται στο ελληνικό Δημόσιο δεν είναι ασφαλή.

Σήμερα, η κυβέρνηση, ξεχνώντας τι έλεγε για το θέμα των απωλειών των ταμείων μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα, πραγματικά προκαλεί τους εργαζόμενους, καλώντας τους να την ξαναδανείσουν, χωρίς να γίνεται καμιά κουβέντα για τα προηγούμενα δανεικά και αγύριστα....

Η υπόσχεση της κυβέρνησης πως τα ταμεία θα μπορούν να σηκώσουν τα χρήματα που χρειάζονται εντός δύο ημερών είναι τουλάχιστον κενή περιεχομένου.

Τα ταμειακά διαθέσιμα ταμείων και φορέων είναι, από τον ορισμό τους, για την κάλυψη των άμεσων βραχυπρόθεσμων αναγκών και γι' αυτό βρίσκονται υπό μορφή ρευστού, κατατεθειμένα στις τράπεζες. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση πως η κυβέρνηση θα μπορεί να βρει στα δικά της ταμεία, τα οποία έχουν στερέψει, χρήμα για να το αποδώσει στους φορείς του Δημοσίου όταν το ζητήσουν.

Αυτό σημαίνει πως οι φορείς του Δημοσίου θα εξαναγκαστούν να αναβάλουν πληρωμές προς τα λαϊκά στρώματα. Η πληρωμή συντάξεων, των χρημάτων στους αγρότες, των πληρωμών προς τα νοσοκομεία και τα φαρμακεία θα μετατεθεί με δραστικές αρνητικές συνέπειες στα λαϊκά στρώματα.

Ο «πατριωτισμός» της άρχουσας τάξης

Η άρχουσα τάξη, μέσα απ' την κυβέρνησή της, καλεί για μια ακόμα φορά τους εργαζόμενους να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να δανείσουν την κυβέρνηση, αρχικά έμμεσα. Σε επόμενη φάση δεν αποκλείεται η προσφυγή στον άμεσο δανεισμό. Άλλωστε, ο ευρωβουλευτής Γλέζος δήλωνε πέρυσι πως «ο ελληνικός λαός, ο φτωχός λαός, θα το κάλυπτε το εσωτερικό δάνειο αν το είχαμε ανάγκη». Οι μεγαλομέτοχοι των μονοπωλιακών ομίλων, με 140 δισ. ευρώ στο εξωτερικό, για μια ακόμα φορά δε θα συνεισφέρουν. Οι εφοπλιστές θα συνεχίσουν να πληρώνουν ελάχιστους φόρους. Οι μεγαλοβιομήχανοι περιμένουν τις νέες επιδοτήσεις. Μόνιμος στόχος είναι τα λαϊκά στρώματα.

Κινούμενοι σ' αυτή την κατεύθυνση, τα κυβερνητικά επιτελεία δε σταματούν να εμφανίζουν αυτόν το δανεισμό ως πατριωτικό καθήκον, γιατί έτσι ισχυροποιείται η διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας. Ισχυρίζονται πως η άλλη λύση για την εξεύρεση των απαραίτητων κεφαλαίων είναι ο νέος δανεισμός απ' την ΕΕ που συνεπάγεται νέα δυσβάσταχτα αντιλαϊκά μέτρα.

Η κυβέρνηση επιθυμεί να εμφανίσει στο αυριανό Eurogroup πως δεν έχει ανάγκη τη νέα δόση απ' την ΕΕ, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση με την ΕΕ.

Όμως ποιος διαπραγματεύεται και για ποιον;

Τι έχουν να κερδίσουν οι εργαζόμενοι από μια «σχετική επιτυχία» της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης;

Δε χρειάζεται δίπλωμα «μελλοντολογίας». Αρκεί απλά να δει κανείς το κυβερνητικό πρόγραμμα, όπως αυτό συντίθεται απ' το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, τις προγραμματικές δηλώσεις και το κείμενο της συμφωνίας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με το Eurogroup, για να καταλάβει πως τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν να περιμένουν ουσιαστική βελτίωση της ζωής τους με την προώθηση του κυβερνητικού έργου, την οποία αφορά η διαπραγμάτευση. Η κυβέρνηση εμφανίζει ως «πατριωτισμό» την ισχυροποίησή τηςγια να προωθήσει αυτούς τους άξονες που ξεχνούν να αναφερθούν στις τεράστιες απώλειες που γνώρισαν τα λαϊκά στρώματα την περίοδο της κρίσης και υπόσχονται ελάχιστα ψίχουλα ανακούφισης για την ακραία φτώχεια, τα οποία, όπως δείχνει και το προσφάτως κατατεθέν κυβερνητικό νομοσχέδιο, θα τα πάρουμε μισά.

Το κυβερνητικό πρόγραμμα δε λέει κουβέντα για το μέσο μισθό που έχει μειωθεί κατά 25%τα τελευταία χρόνια, για τις τεράστιες αυξήσεις στους φόρους, άμεσους και έμμεσους, πουήδη πληρώνουν οι εργαζόμενοι, για το 13ο και 14ο μισθό στο Δημόσιο, για τη 13η και 14η σύνταξη, για τις αυξήσεις στο κόστος ζωής. Τα λαϊκά στρώματα έχασαν την περίοδο της κρίσης σχεδόν το 50% του βιοτικού τους επίπεδου.

Με όποιον τρόπο και αν τελικά εξελιχθεί η διαπραγμάτευση, το πρόγραμμα που θα υλοποιήσει η κυβέρνηση δε θα οδηγήσει στην ανάκτηση των τεράστιων απωλειών που είχαν τα λαϊκά στρώματα τα τελευταία χρόνια.

Η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης αφορά τους όρους χρηματοδότησης της εγχώριας άρχουσας τάξης. Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, για την οποία γίνεται η όλη συζήτηση, θα μεταφραστεί σε νέες επιδοτήσεις που θα πάρουν το μοδάτο όρο «παραγωγική ανασυγκρότηση».

Ο πατριωτισμός της κυβέρνησης είναι, για μια ακόμα φορά, η ισχυροποίηση της άρχουσας τάξης στον πόλεμό της με τις υπόλοιπες...

Όμως, όπως λέει ο ποιητής, στους άδικους πολέμους «στους νικημένους ο φτωχός λαός πέθαινε απ' την πείνα, στους νικητές ο φτωχός λαός πέθαινε το ίδιο».

Με τη σημαία των αναγκών μας

Η διαπραγμάτευση πίσω απ' την οποία μας καλεί να στοιχηθούμε η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είναι «διαπραγμάτευση στο στρατόπεδο του εχθρού». Όποια και να είναι η έκβασή της, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική βελτίωση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων, γιατί ο πραγματικός αντίπαλος των λαϊκών στρωμάτων παραμένει όρθιος στη θέση του. Η άρχουσα τάξη και οι ανάγκες της, η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων είναι η αιτία για την οποία προωθούνται τα μέτρα που τσακίζουν τη ζωή των εργαζόμενων. Με περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη διαπραγμάτευση, με ευρώ ή με δραχμή, όσο οι μονοπωλιακοί όμιλοι καθορίζουν τις τύχες της χώρας, τα λαϊκά στρώματα θα γνωρίζουν εκμετάλλευση, εξαθλίωση, φτώχεια.

Γι' αυτό και δε στοιχιζόμαστε πίσω τους. Βαδίζουμε αποφασιστικά απέναντί τους.

Οργανώνουμε παντού την πάλη μας, απαιτώντας την άμεση επιστροφή των κλεμμένων από τα ασφαλιστικά ταμεία, την ανάκτηση των απωλειών της περιόδου της κρίσης, συγκεντρώνουμε δυνάμεις για την αντεπίθεση των εργαζόμενων, για το ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης που θα ικανοποιήσει τις ανάγκες μας, το δρόμο της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.

Ο δικός μας επικεφαλής είναι αυτή η κόκκινη σημαία των αναγκών μας.



*Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από τον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη», στις 8 Μάρτη 2015.

Πάνω απ’ όλα, η συναίνεση!


Γράφει ο Cogito ergo sum //
Τελικά, το αστικό μας σύστημα έχει πλάκα ώρες-ώρες, όταν δεν μας σπάει τα νεύρα. Τόσα χρόνια κόλλησε η γλώσσα μας (όσων, δηλαδή, έχουμε το χούι να διατηρούμε την ταξική μας συνείδηση) να λέμε ότι η απλή αναλογική αποτελεί συστατικό τής δημοκρατίας εκ των ων ουκ άνευ, αλλά οι ταγοί μας επέμεναν ότι για την προκοπή τού τόπου χρειάζονται σταθερές μονοκομματικές κυβερνήσεις και, μάλιστα, με άνετη πλειοψηφία (άλλωστε, γι” αυτό και τα εκλογικά μας συστήματα πριμοδοτούν -άλλο λιγώτερο κι άλλο περισσότερο- το πρώτο σε ψήφους κόμμα). Τόσα χρόνια λέγαμε τα ίδια και τα ίδια, αλλά το μόνο που κερδίσαμε ήταν ταμπέλλες όπως «κολλημένοι», «αιθεροβάμονες», «φαντασιόπληκτοι», «ανερμάτιστοι» κλπ.
Τόσα χρόνια, λοιπόν, ο τόπος χρειαζόταν μονοκομματικές και σταθερές κυβερνήσεις. Έλα, όμως, που μόλις έσφιξαν τα γάλατα, λάσκαραν τα γρανάζια κι άρχισε το σύστημα να μπάζει, οι ταγοί μας άλλαξαν τροπάρι και ανακάλυψαν την… συναίνεση! Ξαφνικά, οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, οι οποίες προβάλλονταν τόσα χρόνια ως εγγύηση σταθερότητας, έγιναν ανεπαρκείς. Ή, μάλλον, μπροστά στον κοινό εχθρό του συστήματος (δηλαδή, τον λαό και το ταξικό κίνημα) κάποιοι ένοιωσαν την ανάγκη τής συσπείρωσης.
Βέβαια, το τωρινό σκηνικό δεν είναι πρωτόγνωρο. Και θα μάθουμε πολλά, αν κάνουμε μια βόλτα στον χρόνο, γυρνώντας σε μια εποχή όπου ο τόπος περνούσε άλλη μια «κρίση χρέους» (εδώ γελάμε), στα απόνερα μιας ευρύτερης καπιταλιστικής κρίσης…
C11Βρισκόμαστε στο 1932, με τον πλανήτη να μην έχει συνέλθει από το κραχ τού 1929, το οποίο έπληξε καίρια τα κέντρα τού καπιταλιστικού συστήματος. Η Ελλάδα, ως καπιταλιστική χώρα κι αυτή, δεν ήταν δυνατόν να μη βιώσει τις επιπτώσεις: λουκέτα σε πολλές επιχειρήσεις, εκτόξευση της ανεργίας, διόγκωση των ελλειμμάτων τού προϋπολογισμού και του εμπορικού ισοζυγίου, πτώση τής αξίας τής δραχμής, αύξηση των φόρων κλπ.
Η όξυνση της κρίσης προκάλεσε όξυνση και στις σχέσεις των δυο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων της εποχής, τους Φιλελεύθερους του Βενιζέλου και τους Βασιλικούς, οι οποίοι εκφράζονταν κυρίως από το Λαϊκό Κόμμα τού Παναγή Τσαλδάρη. Η αλήθεια είναι ότι από το 1928 (όταν επανήλθε στην πρωθυπουργία ο Βενιζέλος), οι αντιθέσεις των δυο παρατάξεων είχαν αμβλυνθεί αλλά οι δυσκολίες τού αστικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση ξαναφούντωσαν την κόντρα.
Στις 21 Απριλίου 1932 έληγε η τριετής θητεία 48 εκ των 120 γερουσιαστών, οπότε έπρεπε να γίνουν εκλογές γι” αυτές τις 48 θέσεις. Ο Βενιζέλος φοβόταν ένα δυσμενές αποτέλεσμα και, ξέροντας ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα επηρέαζε αργότερα τις βουλευτικές εκλογές, ήθελε να γίνουν ταυτόχρονα οι εκλογές για την γερουσία και για την βουλή. Δεν ήθελε, όμως, ούτε να επισπεύσει τις βουλευτικές εκλογές, επειδή ήλπιζε ότι μέχρι το τέλος της τετραετίας θα ανέστρεφε το κακό γι” αυτόν κλίμα. Τί έκανε, λοιπόν, ο πολυδιαφημισμένος «δημοκράτης» πολιτικός; Συγκάλεσε την εθνοσυνέλευση στις 11 Μαΐου και επέβαλε απόφαση με την οποία παρατεινόταν η θητεία των γερουσιαστών μέχρι την λήξη τής τετραετίας!
Έκανε κι άλλη «ομορφιά» ο Βενιζέλος. Ενώ το 1928 υποστήριζε ότι η απλή αναλογική οδηγεί σε ακυβερνησία και αναρχία κι έφτασε μέχρι πραξικοπήματος για να την καταργήσει και να επαναφέρει το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, τώρα επανέφερε την αναλογική, σχεδιάζοντας την μετεκλογική συνεργασία των κομμάτων! Μνημειώδης έμεινε η δήλωσή του: «Την αντιπαθώ την αναλογικήν. Αλλά με την αναλογικήν δύναμαι να διαβεβαιώσω τον ελληνικόν λαόν ότι ουδένα κίνδυνον διατρέχει».
Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ήταν φρικτή. Οι πληρωμές για εξυπηρέτηση του χρέους απομυζούσαν το 43% των εσόδων τού προϋπολογισμού κι αυτό σήμαινε ότι η εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων ήταν πρακτικά αδύνατη. Τελικά, η κυβέρνηση στις 23 Απριλίου ανακοινώνει την αναστολή πληρωμών τού δημοσίου και στις 27 Απριλίου καταθέτει νόμο, βάσει του οποίου η δραχμή εγκαταλείπει τον κανόνα τού χρυσού.
Στις 14 Μαΐου ο άγγλος πρεσβευτής επιδίδει διάβημα έντονης διαμαρτυρίας, επειδή το ελληνικό κράτος δεν είχε πληρώσει την δόση τής 1ης Μαΐου. Λίγες μέρες αργότερα επιδίδουν ανάλογα διαβήματα και οι πρεσβευτές τής Γαλλίας και της Ιταλίας. Οι εξελίξεις είναι πλέον ανεξέλεγκτες και στις 21 τού μηνός η κυβέρνηση Βενιζέλου παραιτείται.
Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ως πρόεδρος της δημοκρατίας, ζητά σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης. Ο Τσαλδάρης αντιδρά. Μετά από διαβουλεύσεις, ο Ζαΐμης δίνει εντολή στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Πράγματι, ο Παπαναστασίου σχηματίζει κυβέρνηση αλλά ο Βενιζέλος χολώνεται γιατί ο εκλεκτός του Γεώργιος Κονδύλης μένει εκτός κυβερνητικού σχήματος. Τότε ο Βενιζέλος συλλαμβάνει ένα μακκιαβελικό σχέδιο για να χτυπήσει τον Παπαναστασίου: οι Φιλελεύθεροι εκφράζουν την αμέριστη στήριξή τους στην νέα κυβέρνηση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ουσιαστικά συνεχίζουν να κυβερνούν την χώρα. Ο πανέξυπνος Παπαναστασίου καταλαβαίνει το ύπουλο χτύπημα του Βενιζέλου, θίγεται και παραιτείται.
C10
Τότε ο Βενιζέλος προτείνει για πρωθυπουργό τον Κονδύλη, αν και ακόμη κι οι πέτρες γνώριζαν ότι ο Κονδύλης προετοίμαζε από καιρό την επιβολή δικτατορίας (κάτι που έκανε αργότερα, το 1935). Όμως, η πρωθυπουργοποίηση Κονδύλη δεν προχωράει επειδή αντιδρά με σθένος ένας άλλος στρατηγός, ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο οποίος επίσης φιλοδοξούσε να επιβάλει δικτατορία και δεν ήθελε να δώσει πλεονέκτημα στον Κονδύλη (σχόλιο: πόσο πουτάνα γίνεται η Ιστορία μερικές φορές…). Μπροστά στο αδιέξοδο, ο Ζαΐμης ξαναδίνει εντολή στον Βενιζέλο, ο οποίος επιστρέφει στον πρωθυπουργικό θώκο ως… σωτήρας.
Τελικά, ορίζονται εκλογές για την 25η Σεπτεμβρίου. Όμως, η σύγκρουση Λαϊκών-Φιλελευθέρων έχει ως βασικό της θέμα την… δικτατορία. Ο Τσαλδάρης υπόσχεται ότι, αν εκλεγόταν πρωθυπουργός, «δεν επρόκειτο επ” ουδενί λόγω να επιδιώξη πραξικοπηματικήν μεταβολήν τού πολιτεύματος» και ο Βενιζέλος δηλώνει ότι αναγνωρίζει «ως νόμιμον και δεδικαιολογημένην την παρέμβασιν των στρατιωτικών προς υποστήριξιν του πολιτεύματος μόνον μετεκλογικώς» (!!).
Όσο πλησιάζει η ημέρα των εκλογών τόσο αυξάνεται η πόλωση. Ο Βενιζέλος εκβιάζει ανοιχτά τους ψηφοφόρους των μικρών κομμάτων, υποστηρίζοντας ότι η διάσπαση των δημοκρατικών ψήφων θα οδηγούσε σε εμφύλιο. Ιδιαίτερη αίσθηση, μάλιστα, προκάλεσε η δήλωσή του ότι δεν πρόκειται να παραδώσει την εξουσία «αν δεν δοθούν επαρκείς εγγυήσεις διά το πολίτευμα και ο Τσαλδάρης, αν έχη το θάρρος, ας οπλίση τον λαόν κατά του στρατεύματος».
Παρά τους εκβιασμούς, ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές, από τις οποίες δεν προκύπτει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Έτσι, ο πλειοψηφών Τσαλδάρης υποχρεώνεται να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας με τον Κονδύλη, τον Μεταξά και τον Χατζηκυριάκο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα αυτό, να το πούμε με άλλα λόγια: προκειμένου να ξεπεράσει η χώρα την «κρίση χρέους», το αστικό καθεστώς σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας τεσσάρων κομμάτων, τα δύο εκ των οποίων είχαν ως αρχηγούς κατοπινούς δικτάτορες. Τόσο καλά!
Η κωμωδία ολοκληρώθηκε στις 11 Νοεμβρίου, όταν ο Τσαλδάρης παρουσίασε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του. Για όσα αφορούσαν τον λαό, ο Τσαλδάρης μίλησε γενικά κι αόριστα: ενίσχυση της παραγωγής (δηλαδή… ανάπτυξη!), καταπολέμηση της ανεργίας κλπ. Όμως, σε όσα αφορούσαν το κεφάλαιο ήταν συγκεκριμένος: συγχώνευση των δυο μεγαλύτερων τραπεζών, Ελλάδος και Εθνικής (πάνω απ’όλα η διάσωση των τραπεζών, μη ξεχνιόμαστε!), ιδιωτικοποίηση τραίνων-ταχυδρομείων-τηλεγράφων (ναι, ναι, δεν ανακάλυψε ο Φρήντμαν τις ιδιωτικοποιήσεις!) και αποζημίωση όσων είχαν καταθέσεις σε χρυσό ή συνάλλαγμα και ζημίωσαν με την εγκατάλειψη του κανόνα τού χρυσού. Αμ πώς!
Κλείνουμε την διδακτική αυτή ιστοριούλα με το πιο κωμικό στιγμιότυπο από την παραπάνω συνεδρίαση της 11ης Νοεμβρίου 1932. Στην ομιλία του, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον Τσαλδάρη να δεχτεί την συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης, τονίζοντας ότι αυτό επιβάλλεται για εθνικούς λόγους. Ο Τσαλδάρης αρνήθηκε κατηγορηματικά και επέμεινε στην ψήφο εμπιστοσύνης. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε (ετοιμαστείτε για το χοντρό γέλιο), οι Φιλελεύθεροι τού Βενιζέλου, «οργισμένοι» από την άρνηση του Τσαλδάρη, έδωσαν… ψήφο ανοχής!!! Αν αυτό δεν λέγεται απροκάλυπτη συνεργασία των αστικών δυνάμεων, τότε πώς λέγεται;

Υστερόγραφο: Το 1932 πραγματοποιήθηκαν 199 απεργίες, όπου συμμετείχαν 80.000 εργάτες. Στις περισσότερες, οι κυβερνήσεις Βενιζέλου και Τσαλδάρη απάντησαν με πυρά και συλλήψεις. Στο μεταξύ, οργίαζαν οι καταδίκες με το βενιζελικής έμπνευσης «ιδιώνυμο», ενώ από τις 31 Αυγούστου 1931 είχε κλείσει ο «Ριζοσπάστης» με δικαστική απόφαση. (Τα στοιχεία είναι από το «Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ», τόμος Α”)

Από Ατέχνως

ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσά Αυγά του καπιταλισμου...



Όταν είσαι διανοούμενος της αναγνωρισιμότητας του Τσόμσκυ ό,τι κι αν πεις γρήγορα γίνεται γνωστό, διαβάζεται κι ακούγεται σε όλο τον κόσμο. Γι’αυτό πρέπει να προσέχεις ώστε οι αναλύσεις και τις εκτιμήσεις σου να είναι τουλάχιστον ανώτερες από αυτές που γίνονται σε κάποιο καφενείο.

Το να ισχυρίζεσαι ότι αν αποτύχει ο ΣΥΡΙΖΑ θα έρθει η χρυσή αυγή δεν είναι πρωτότυπο. Ίσως είναι το επόμενο εκβιαστικό δίλημμα στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει κάποια στιγμή ο ελληνικός λαός. Μετά το Καραμανλής ή Τανκς, το ΠΑΣΟΚ ή Δεξιά, το ΝΔ ή Σημίτης, το ΝΔ ή χάος, Μνημόνιο ή όχι Μνημόνιο, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ή χρεωκοπία και πάει λέγοντας. Μπορεί να λειτουργεί και ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, άλλωστε όταν στοχοποιείς κάποιον ως αντίπαλο τον ενισχύεις καθώς στρέφεις όποιον είναι αντίθετος σε εσένα προς αυτόν.

Ωστόσο ο Τσόμσκυ δεν είναι ο πρώτος που το είπε. Κάτι ανάλογο είχε πει ο πατήρ Πλεύρης, όταν έλεγε πως μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα επιταχύνει την έλευση μιας νέας χούντας.

Πολλά έχουν γραφτεί για την συσχέτιση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και κάποια από αυτά επαναλαμβάνονται με την θεσμική επιμονή της Ζωής Κωνσταντοπούλου να νομιμοποιήσει ό,τι στην συνείδηση του λαού, της Αριστεράς, του αντιφασιστικού κινήματος είναι όχι απλά παράνομο, αλλά αναγκαίο να καταπολεμηθεί με όποιο τρόπο. Κανείς δεν γνωρίζει αν η συγκεκριμένη στρατηγική εντάσσεται στην Παπαδημούλεια παρότρυνση «να τους ταράξουμε στη νομιμότητα» ή αν αποτελεί μέρος μιας προσωπικής στρατηγικής. Το σίγουρο είναι ότι η ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο τον χώρο της ναζιστικής ακροδεξιάς.

Ένα εύκολο συμπέρασμα θα ήταν ότι επειδή τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΧΑ γιγαντώθηκαν μέσα από το «κίνημα των πλατειών», έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Ωστόσο αυτό θα ήταν μια απλά επιφανειακή εξέταση του φαινομένου με περισσότερο χωροταξικούς και όχι ταξικούς και πολιτικούς όρους. Κάτι τέτοιο πρέπει να επιχειρήσουμε και εδώ θα επιδιώξουμε να βάλουμε κάποια πράγματα σε μια σειρά.

Σε πρώτη φάση θα διαπιστώσει κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η ξεκάθαρη επιλογή της σύγχρονης ελληνικής αστικής τάξης. Είναι το κόμμα το οποίο θα της κάνει τη δουλειά της, με τον τρόπο που κάποτε ο Ανιέλι είχε κυνικά παραδεχθεί. Ο ΣΕΒ και πλήθος ελλήνων μεγαλοαστών έσπευσαν να αγκαλιάσουν την νέα κυβέρνηση και να της προσφέρουν στήριξη. Ιδιαίτερα δε οι εφοπλιστές, οι οποίοι γνωρίζουμε πόσο αγαπούν τους χρυσαυγίτες, δεν φαίνεται να έχουν κανένα πρόβλημα με την νέα κυβέρνηση. Οι δουλειές τους προχωρούν ανενόχλητες ενώ κανένα μέτρο περιορισμού των φοροαπαλλαγών τους δεν έχει ανακοινωθεί. Το ίδιο και οι τραπεζίτες αλλά και οι μεγαλοβιομήχανοι, οι οποίοι αν πραγματικά ανησυχούσαν από μια κυβέρνηση της αριστεράς τότε θα είχαν κατέβει τα τανκς πριν ακόμα κλείσουν οι κάλπες. Ναι, ναι, δεν γίνονται αυτά στις δημοκρατίες….

Την ίδια ώρα η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την εργατική τάξη, τόσο αυτή που βρίσκεται στην παραγωγή όσο και αυτή που είναι εκτός, δεν περιλαμβάνει τίποτα παραπάνω από μια μίζερη διαβίωση με τη βοήθεια των κουπονιών και των επιδομάτων ενοικίου και ρεύματος για τις πολύ ακραίες της περιπτώσεις. Οι δεσμεύσεις για αυξήσεις μετατέθηκαν, ενώ για τα αντεργατικά μέτρα που πάρθηκαν όλα αυτά τα χρόνια δεν προβλέπεται ματαίωση. Σε οικονομικό επίπεδο η Χρυσή Αυγή πρότεινε μειώσεις μισθών, πόλεμο με τα συνδικάτα και τους μετανάστες ώστε να μείνει χαμηλή τιμή της εργατικής δύναμης προς όφελος της εργοδοσίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2010 και έπειτα άλλαξε δραματικά τον πολιτικό του λόγο. Με επίκληση στην πατρίδα (λέξη που απέφευγαν ως τότε να χρησιμοποιήσουν τα στελέχη του), με αναφορές για μια χώρα υπό (γερμανική ή τροϊκανή) κατοχή και στη συνέχεια με αόριστες, πλην όμως εύπεπτες, συναισθηματικές εκφράσεις (αξιοπρέπεια, προκοπή κτλ.) άλλαξε ριζικά την στόχευσή του. Απευθύνθηκε σε κόσμο που έφευγε μαζικά από ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και επέλεξε ένα λεξιλόγιο πιο οικείο σε αυτούς. Καμία προσπάθεια ριζοσπαστικοποίησης του λαού, πράγμα που ήταν εμφανές στην θλιβερή εικόνα των μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ σε απεργίες και συγκεντρώσεις. Επέλεξε να κάνει λιγότερο πολιτική και περισσότερο επικοινωνία. Φιλοτέχνησε το προφίλ του και αντί για ιδεολογική σύγκρουση προτίμησε την θεσμική αντιπολίτευση με τους όρους που το έκαναν και οι προηγούμενοι. Έτσι κατάφερε να ψηφιστεί από αριστερούς, δεξιούς, πατριώτες, διεθνιστές, πρώην σοσιαλιστές, πρώην εκσυγχρονιστές ακόμα και από ακροδεξιούς. Ταυτόχρονα σταδιακά εξαφάνιζε οποιαδήποτε σκληρή ρητορική απέναντι στην Χρυσή Αυγή, φτάνοντας μάλιστα και στο άλλο άκρο, να προσπαθήσει να εξαγνίσει τους ψηφοφόρους της ενόψει του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών. Είναι περίεργο, αλλά συνέβη: όποτε ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιούσε τη λέξη «ακροδεξιά» το έκανε για να περιγράψει την ΝΔ και όχι την Χρυσή Αυγή. Πιθανό να περίμενε ότι πιθανή ενίσχυση ή έστω συγκράτηση των ποσοστών της νεοναζιστικής συμμορίας να έκοβε ψήφους από την ΝΔ και να διευκόλυνε την εκλογική νίκη. Πιθανόν να πιστεύει ότι σήμερα βολεύεται ακόμα περισσότερο καθώς μια εκλογική άνοδος των χρυσαυγιτών θα του εγγυηθεί και μια δεύτερη νίκη στις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν αυτές γίνουν.

Σε κάθε περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η ΧΑ, απευθύνθηκαν στο ίδιο κοινό προσφέροντάς τους μια ελπίδα: στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα σκίσει το Μνημόνιο και όλα θα πάνε καλά και στην περίπτωση της ΧΑ ότι θα διώξει τους μετανάστες που μας παίρνουν τη δουλειά και ταυτόχρονα θα βάλει στη θέση τους όποιους φωνάζουν. Και γνωρίζουμε πως οι μικροαστικής συνείδησης νοικοκυραίοι λατρεύουν να τους δίνεις ελπίδα.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά την επιρροή της χρυσής αυγής και όχι να χαριεντίζεται θεσμικά μαζί της. Άλλωστε η έκρηξη εθνικής υπερηφάνειας με αφορμή τις χειραψίες Βαρουφάκη είχε ως αποτέλεσμα ψηφοφόροι της χρυσής αυγής να συγχαίρουν την κυβέρνηση και να αισθάνονται περήφανοι για αυτήν αναρτώντας στο διαδίκτυο διθυραμβικά σχόλια. Θα μπορούσε να συμβάλει στο άνοιγμα της συζήτησης για το αν είναι νόμιμο (και όχι νομότυπο) πολιτικό κόμμα. Θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κυβερνητική εξουσία για να διεθνοποιήσει το πρόβλημα και όχι να προσποιείται πως δεν υπάρχει.

Από αυτά δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η Χρυσή Αυγή είναι ίδιοι. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς λανθασμένο, ανιστόρητο και προσβλητικό για όποιον το γράφει. Όμως και οι δύο υπηρετούν μια ίδια εξουσία, την εξουσία ενός συστήματος το οποίο όπως έχει αποδείξει δεν διστάζει να αξιοποιεί όποια πολιτικά σχήματα μπορούν να του εξασφαλίσουν την διαιώνιση της κυριαρχίας τους. Είναι αυτό το σύστημα που πολλοί νόμιζαν ότι μπορούν να ελέγξουν, να εξανθρωπίσουν, να το φέρουν στα μέτρα των ανθρώπων πριν κυλιστούν στην κινούμενη άμμο του. Το σύστημα αυτό επιβάλλεται με φασιστικό τρόπο ακριβώς γιατί φασιστικός, αντιδημοκρατικός και απόλυτος είναι ο πυρήνας του: εσύ θα δουλεύεις και θα αλλοτριώνεσαι από την ίδια σου την ύπαρξη ενώ κάποιοι θα κερδίζουν όλο και περισσότερα. Στο τέλος θα πρέπει να τους πεις και ευχαριστώ γιατί αλλιώς θα ρισκάρεις να χάσεις και αυτά που δεν έχεις. Η Χρυσή Αυγή και ο ναζισμός είναι η πιο ακραία και αποκρουστική του έκφραση. Αν μια κυβέρνηση που θέλει να λέγεται «της Αριστεράς» είναι διατεθειμένη να συνομιλήσει ακόμα και με αυτή την ακραία του μορφή τότε καλά θα κάνει να μην χρησιμοποιεί φιλολαϊκές ή αντικαπιταλιστικές κορώνες γιατί το μόνο που θα προκαλεί θα είναι γέλιο.


 από 2310net

ΒΡΕΘΗΚΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ή ΤΙ "ΛΑΛΟΥΝ" ΤΑ ΚΟΚΟΡΙΑ!!!

 
Κοκορίκοοοο! Τα μάθατε;
Ανώτερο στέλεχος της κυβέρνησης (κατά Κοκορίκο), έστησε προβοκάτσια σε βάρος τού ΚΚΕ, με σκοπό να εκβιάσει (κατά Κοκορίκο), το ΚΚΕ…
Το ΚΚΕ φυσικά ΑΠΑΝΤΗΣΕ, και μάλιστα με αποδείξεις που κάνουν σκόνη τον προβοκάτορα ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ (κατά τον Κοκορίκο πάντα) και την προβοκάτσια ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ(κατά Κοκορίκο πάντα).

Έτσι, μάθαμε πως το ΚΚΕ, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι τα δάνεια που έχει πάρει θα επιστρέψουν στο λαό -…μ’ όποιες συνθήκες κι αν επικρατήσουν, τα εξασφάλισε βάζοντας υποθήκη ακίνητα.  
(Κι αυτό γιατί τού λαού είναι όλος ο χρηματικός και εμπράγματος πλούτος, άσχετα αν τον καρπώνονται μια χούφτα πλουτοκράτες).
Αναφέρεται επί λέξη στην ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ μεταξύ άλλων:
  1) Όλα τα δάνεια που έχει πάρει το ΚΚΕ είναι γνωστά, έχουν δημοσιευτεί στους ισολογισμούς του και στον Τύπο
  2) Εξυπηρετούνται
  3) Για όλα έχουν παρασχεθεί εμπράγματες εγγυήσεις (ακίνητα)». 
Υπάρχει όμως και η «απολογία» τού συντάκτη τού προβοκατόρικου άρθρου, Αντώνη Κοκορίκου, όπου μεταξύ άλλων λέει:
«Αντιλαμβανόμαστε κι εμείς όπως και το γραφείο Τύπου του ΚΚΕ ότι το θέμα είναι πολύ χοντρό. Αξιολόγηση ειδήσεων κάνουμε και οι δύο (...) Εμείς δεν γράψαμε παρά την πληροφορία μέλους της κυβέρνησης και την θεωρήσαμε έγκυρη (...) Θεωρείστε δεδομένο ότι μέλος της κυβέρνησης μας έδωσε την πληροφορία. Προσωπικά θεωρώ πιο έγκυρο το ΚΚΕ (...) Αν έπεσα θύμα παραπληροφόρησης ή αν χρησιμοποιήθηκα εν αγνοία μου θα αναγνωρίσω το λάθος μου και δεν θα "εξαφανίσω" το άρθρο μου».
Άκου κύριε Κοκορίκο,
το θέμα είναι να μην «εξαφανίσεις» την πηγή τής «πληροφορίας» που θέλει τους κουκουέδες στο ίδιο τσουβάλι με τα λαμόγια…
Δύο τινά λοιπόν συμβαίνουν.
Ή εσύ κύριε Κοκορίκο ψεύδεσαι, ή
η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι πολλαπλά ύπουλη και εξόχως επικίνδυνη για το λαό,
και δεν εννοώ στο οικονομικό επίπεδο, γιατί αυτό είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Εκ προοιμίου άλλωστε, όποιος διαχειρίζεται ως κυβέρνηση τον καπιταλισμό, τα οικονομικά συμφέροντα της πλουτοκρατίας υπηρετεί.
Αν όμως λες αλήθεια κύριε Κοκορίκο, πως σε παραπλάνησαν κυβερνητικές πηγές και σε χρησιμοποίησαν ως λεκάνη τού καμπινέ 
για να χέσουν και να διοχετευτούν τα σκατά τους στους απόπατους της κοινωνίας, (γιατί μόνο εκεί έχουν θέση και ανακυκλώνονται),
τότε θα έπρεπε ήδη να έχεις δημοσιοποιήσει και το όνομα-τα ονόματα, όποιου-όποιων έστησαν αυτήν την προβοκάτσια σε βάρος τού ΚΚΕ.
Ξέρεις τι σημαίνει μια κυβέρνηση ύπουλη και εξόχως επικίνδυνη για το λαό, κύριε Κοκορίκο;
Σημαίνει ότι για να βάλει το λαό στο γύψο (μ’ όποια μέθοδο), πρώτα πρέπει ν’ απαλλαγεί απ’ το ταξικό κίνημα, του οποίου εκ των πραγμάτων ηγείται το ΚΚΕ.
Άρα, αυτή η προβοκάτσια ενάντια στο ΚΚΕ, στρέφεται ενάντια στο λαό μας πρωτίστως.
Ρίξε μια ματιά στην ιστορία.
Τι προβοκάτσια έκανε η φασιστική δικτατορία τού Μεταξά;
Τι προβοκάτσια έκανε η φασιστική δικτατορία τού Παπαδόπουλου;
Τι προβοκάτσια έστησε ο φασίστας Χίτλερ με τη φωτιά στο ράιχσταγκ;
Αν δεν ξέρεις, φρόντισε να μάθεις, για να ψιλιαστείς πού μπορεί να θέλουν να οδηγήσουν το λαό μας, αυτοί που στήνουν προβοκάτσιες σε βάρος τού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. 
ΤΟΤΕ, ίσως αποφασίσεις ότι χτες κιόλας, έπρεπε να έχεις πράξει τα δέοντα… 

Καλή Γκέλμπεση - συγγραφέας 

Από Revolt!!!